
Ναντίτα Σάρμα και Ραλφ Ρούκους | 21 Ιουνίου 2026
Συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Ill Will
Ραλφ Ρούκους: Σε ένα σύντομο κείμενο του 2019 με τίτλο «Ποιο είναι το Αριστερό Επιχείρημα για τα Ανοιχτά Σύνορα;», αναφέρεις: «Ζούμε σε έναν κόσμο που καθορίζεται από δύο αλληλένδετες δυνάμεις κυριαρχίας: έναν παγκοσμίως δρώντα καπιταλισμό και ένα παγκόσμιο σύστημα εθνών-κρατών».[1] Κατά την άποψή σου, πώς εξελίχθηκε ιστορικά αυτή η σχέση μεταξύ του καπιταλισμού και του συστήματος των εθνών-κρατών; Με άλλα λόγια, τι είναι αυτό που καθιστά το «έθνος» έναν οργανωτικό παράγοντα που είναι σημαντικός για τη συγκρότηση του κράτους εντός του καπιταλισμού;
Ναντίτα Σάρμα: Η κατανόηση ότι το κεφάλαιο εξελίσσεται και αναπαράγεται εν μέρει μέσω του κράτους, είναι απολύτως κρίσιμη για να καταλάβουμε ποιο είναι το πρόβλημα με τον εθνικισμό. Η εθνική μορφή της κρατικής εξουσίας κατέστη κεντρική και σημαντική μέσα από μια διττή διαδικασία. Τα πρώτα έθνη-κράτη στον κόσμο προέκυψαν στην αμερικανική ήπειρο εξαιτίας μιας σύγκρουσης μεταξύ δύο ομάδων ελίτ: της ελίτ της αυτοκρατορικής μητρόπολης και της ελίτ στις αποικίες της στην Αμερική. Οι ελίτ στις αποικίες κατάφεραν να συγκεντρώσουν τη λαϊκή υποστήριξη που χρειάζονταν για να ανατρέψουν τον έλεγχο της αυτοκρατορίας επί του εδάφους μέσω του εθνικισμού. Η εθνικιστική ιδέα ότι οι άνθρωποι στην αποικία αποτελούσαν μια μοναδική, ιστορικά ξεχωριστή ομάδα, διαφορετική από τους άλλους λαούς, ήταν καθοριστική για την πολιτική τους επιτυχία.
Ταυτόχρονα, τα έθνη-κράτη αναδύθηκαν και στον απόηχο της κατάργησης της δουλείας. Τόσο το κεφάλαιο όσο και το κράτος είχαν μάθει ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη ρατσιστική προπαγάνδα για να διχάσουν την εργατική τάξη. Η δουλεία δεν θα ήταν εφικτή εάν η εργατική τάξη δεν είχε διχαστεί από τις ιδέες περί φυλής. Κάποιοι άνθρωποι κατηγοριοποιήθηκαν ως λευκοί, κάποιοι άλλοι ως μαύροι, και η μαυρότητα μετατράπηκε σε προϋπόθεση για την υποδούλωση.
Όταν η αιχμαλωσία ανθρώπων ως σκλάβων έπαψε να είναι πολιτικά νομιμοποιημένη, χάρη στο κίνημα για την κατάργηση της δουλείας που την κατέστησε ανάθεμα, το κεφάλαιο θέλησε να εξασφαλίσει μια άλλη μορφή ανελεύθερης εργασίας. Άρχισε να αιχμαλωτίζει ανθρώπους ως επί συμβάσει δούλους και εγκαθίδρυσε το λεγόμενο εμπόριο «κούληδων», ανθρώπων δηλαδή που προέρχονταν κυρίως από αποικιοκρατούμενες περιοχές της Ασίας. Σε αυτή τη διαδικασία, το βασικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιούσε τους εργάτες έγινε η εθνικότητα ή το καθεστώς της ιθαγένειας.
Φυσικά, ο ρατσισμός δεν εξαφανίστηκε με την κατάργηση της δουλείας. Αναδιοργανώθηκε σε νέες μορφές και παρέμεινε μια σημαντική δύναμη διαίρεσης στα χέρια του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συγκρότηση του έθνους ως «λευκού» οδήγησε σε αναταραχές με στόχο την εξάλειψη αυτού που οι λευκοί εργάτες έβλεπαν ως ανταγωνισμό: του εργατικού δυναμικού των ανθρώπων που ονομάζονταν «Κινέζοι κούληδες».
Η ιδέα του έθνους και μιας εθνικής μορφής κρατικής εξουσίας είναι ίσως η μορφή εκείνη που μέχρι στιγμής συγκαλύπτει με τον πιο επιτυχημένο τρόπο αυτές τις πρακτικές κυριαρχίας. Διότι το έθνος λειτουργεί ως βιτρίνα για το προς όφελος τίνος κυβερνά το κράτος. Οι άνθρωποι ταυτίζουν τον εαυτό τους με το ίδιο το κράτος. Οι κυβερνώντες συνειδητοποίησαν ότι ο εθνικισμός ήταν η κόλλα που κρατούσε ενωμένες τις «φαντασιακές κοινότητες» – για να δανειστώ μια διάσημη φράση του Μπένεντικτ Άντερσον.[2] Η ταξική οργάνωση αυτών των κοινωνιών υποτίθεται πως δεν είχε πλέον σημασία. Για τους εθνικιστές, η τάξη δεν ήταν πλέον σημείο σύγκρουσης, αλλά σημείο συνεργασίας.
Σήμερα, η θεμελιώδης σχέση μεταξύ του κεφαλαίου και του έθνους-κράτους είναι απολύτως κρίσιμη. Το πρόβλημα με εκείνο το τμήμα της αριστεράς που παραμένει εθνικιστικό, δεν είναι μόνο ότι στερείται κριτικής του εθνικισμού, αλλά ότι στερείται κριτικής και του κράτους.
Ραλφ Ρούκους: Ας μιλήσουμε λίγο περισσότερο για την εμφάνιση της επί συμβάσει δουλείας. Στο μουσείο για τη μετανάστευση των Κινέζων στο εξωτερικό, στο Πεκίνο, υπάρχει ένα τμήμα αφιερωμένο στους «κούληδες» (ή αλλιώς, στους επί συμβάσει δούλους). Επτά εκατομμύρια άνθρωποι από την Κίνα μετατράπηκαν σε «κούληδες», ένας αριθμός που, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη εργασία από τη Νότια Ασία, προσεγγίζει σε μέγεθος το υπερατλαντικό δουλεμπόριο. Οι περιγραφές για αυτή τη μορφή εργασίας από την Κίνα περιλαμβάνουν απαγωγές από τον δρόμο και επιβολή καταναγκαστικής εργασίας. Η κινεζική λέξη που χρησιμοποιούνταν για τον «κούλη» ήταν zhu zai (τζου τζάι), που σημαίνει «γουρούνι», και αυτός ο απανθρωποποιητικός όρος τον φέρνει ξανά πολύ κοντά στη δουλεία. Οι γυναίκες μεταξύ αυτών των εργατών ονομάζονταν zhu hua (τζου χουά), όπου το zhu σημαίνει γουρούνι και το hua λουλούδι, συνδυάζοντας την απανθρωποποίηση με μια σεξιστική περιγραφή.
Έχεις υποστηρίξει ότι, όταν καταργήθηκε η δουλεία, η επί συμβάσει δουλεία («κούληδες») εισήχθη ως υποκατάστατο της προσφοράς εργασιακής δύναμης για τα κέντρα της καπιταλιστικής παραγωγής (όπως οι φυτείες ή τα ορυχεία), και ότι αυτό απαίτησε την παράλληλη ανάπτυξη συνοριακών καθεστωτών που περιόριζαν τη μετανάστευση. Θα μπορούσες να επεκταθείς πάνω σε αυτή την ανάδυση των μέτρων ελέγχου της μετανάστευσης ή των συνοριακών καθεστώτων;
Ναντίτα Σάρμα: Η Ραντίκα Μόνγκια (Radhika Mongia) έχει κάνει σημαντική ιστορική εργασία σχετικά με την εμφάνιση των πρώτων ελέγχων μετανάστευσης στη Βρετανική Αυτοκρατορία.[3] Η βρετανική κυβέρνηση κατήργησε το δουλεμπόριο το 1807 και άρχισε να τερματίζει τις εργασιακές σχέσεις δουλείας το 1835. Αυτή είναι και η χρονιά που η Βρετανική Αυτοκρατορία θέσπισε για πρώτη φορά ελέγχους της μετανάστευσης. Οι ιδιοκτήτες φυτειών ζάχαρης ήταν αναστατωμένοι και ανησυχούσαν για το πώς οι φυτείες τους θα παρέμεναν κερδοφόρες χωρίς την πειθαρχία που επέβαλε ο θεσμός της δουλείας στους εργάτες. Διερωτώνταν πώς θα μπορούσαν να συνεχίσουν να αιχμαλωτίζουν εργάτες και να τους κρατούν σε απειλητικές για τη ζωή τους συνθήκες εργασίας, εάν εκείνοι ήταν πλέον «ελεύθεροι».
Η βρετανική κυβέρνηση έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσει την επιτυχία και τη συνεχιζόμενη οργάνωση του κινήματος για την κατάργηση της δουλείας. Δεν μπορούσε να επαναφέρει τη δουλεία με μια διαφορετική ομάδα ανθρώπων, διότι αυτό το κίνημα επαγρυπνούσε. Ως εκ τούτου, οι «κούληδες» αναγκάζονταν να υπογράψουν μια σύμβαση δέσμευσης την οποία έπρεπε να παρουσιάσουν στο λιμάνι εισόδου, διαφορετικά δεν θα γίνονταν δεκτοί.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το κίνημα υπέρ της κατάργησης της δουλείας στη Βρετανία, το οποίο διακατεχόταν όλο και περισσότερο από ένα είδος ηθικού ρεφορμισμού, κήρυξε το σύστημα των «κούληδων» ως μια νέα μορφή «δουλείας». Ωστόσο, η λύση που πρότειναν δεν ήταν η απελευθέρωση αυτών των ανθρώπων, αλλά αντιθέτως η απαγόρευση της ελεύθερης μετακίνησής τους έξω από τα βρετανοκρατούμενα τμήματα της Κίνας ή έξω από τη Βρετανική Ινδία. Εδώ βλέπουμε ένα παράδειγμα του πώς οι φιλελεύθεροι (αν όχι και η ίδια η αριστερά) συμμετείχαν στη δημιουργία νέων συστημάτων κυριαρχίας.
Ραλφ Ρούκους: Παρόλα αυτά, γιατί οι άνθρωποι υπέγραφαν τέτοιες συμβάσεις προκειμένου να γίνουν δεκτοί σε οικονομίες φυτειών;
Ναντίτα Σάρμα: Δεν το έκαναν «με τη θέλησή τους», αλλά ως αποτέλεσμα του καταναγκασμού που είναι θεμελιώδης στον καπιταλισμό. Είτε επρόκειτο για ανθρώπους από την Κίνα είτε από τη Βρετανική Ινδία, ο καπιταλισμός τους αφαιρούσε σταδιακά την πρόσβαση στη γη και απαλλοτρίωνε κάθε μέσο επιβίωσης πέραν της μισθωτής εργασίας. Οι οικονομίες από τις οποίες προέρχονταν είχαν καταστραφεί από την αποικιοκρατία. Είχαν φτωχοποιηθεί και δεν είχαν καμία άλλη επιλογή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο υπέγραφαν, ή τις περισσότερες φορές απλώς έβαζαν ένα “Χ”, καθώς δεν γνώριζαν γραφή και ανάγνωση.
Για τους Βρετανούς πολέμιους της δουλείας, η λύση δεν ήταν η κατάργηση του καπιταλισμού, ο οποίος είχε δημιουργήσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρήχθη ένα νέο εργατικό δυναμικό προς υπερκεκμετάλλευση. Αντίθετα, προσπάθησαν να διασφαλίσουν ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θα μετακινούνταν, αλλά θα παρέμεναν στη Βρετανική Ινδία ή στην Κίνα. Εδώ συναντάμε ήδη την αντίληψη ότι το να αφαιρείς από τους ανθρώπους την ικανότητα να μετακινούνται θα λύσει με κάποιο τρόπο το πρόβλημα. Σε αυτό το σημείο, τα πράγματα δεν διαφέρουν πολύ από το σήμερα. Η μετακίνηση είναι ζωτικής σημασίας και μπορεί, πράγματι, να σώσει ζωές. Ωστόσο, τότε όπως και τώρα, οι φιλελεύθεροι και ένα μέρος της αριστεράς επιχειρηματολογούν υπέρ της ακινησίας και των συνοριακών ελέγχων. Είναι σε γενικές γραμμές απρόθυμοι να εξετάσουν τους λόγους για τους οποίους η μετακίνηση είναι σωτήρια, κάτι που θα απαιτούσε να εξεταστεί το γιατί η μη-μετακίνηση μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή.
Στο μεταξύ, το κίνητρο για το κεφάλαιο ήταν ξεκάθαρο. Ο έλεγχος της μετανάστευσης προσέφερε έναν νέο μηχανισμό μέσω του οποίου μπορούσαν να δημιουργηθούν οι συνθήκες εργασιακής εκμετάλλευσης που επιθυμούσε το κεφάλαιο. Οι συμβάσεις των κούληδων λειτούργησαν σαν τα πρώτα έγγραφα μετανάστευσης στον κόσμο και δημιούργησαν ένα ανελεύθερο εργατικό δυναμικό, το οποίο δεν ήταν ελεύθερο να αλλάξει δουλειά ή γεωγραφική τοποθεσία εντός της επικράτειας ενός συγκεκριμένου κράτους. Δημιούργησε μια νέα και τεράστια εξουσία για το κράτος: να επιβάλλει τη σύμβαση για λογαριασμό του εργοδότη. Εάν κάποιος έσπαγε τη σύμβασή του νωρίτερα, μπορούσε να κλειστεί στη φυλακή κατόπιν εντολής των δικαστηρίων αυτού του κράτους. Αυτό έδωσε στους εργοδότες τεράστια εξουσία όσον αφορά τη σωματική τιμωρία. Οι «κούληδες» μαστιγώνονταν ή ακόμη και δολοφονούνταν από τους επιστάτες για να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που ήθελαν τα αφεντικά των φυτειών.
Ο έλεγχος της μετανάστευσης ήταν ένας ακόμη τρόπος αιχμαλωσίας των ανθρώπων και επιβολής ανελεύθερων συνθηκών εργασίας και εργασιακής πειθαρχίας – στην πραγματικότητα, ακόμα και για την επιβολή της ίδιας της συνθήκης του να πρέπει να πουλήσει κανείς την εργασία του για να μπορέσει να ζήσει. Ωστόσο, σε εκείνο το πρώιμο στάδιο, στα μέσα του 19ου αιώνα, τέτοιοι έλεγχοι, σε σύγκριση με τους σημερινούς ελέγχους μετανάστευσης, δεν ήταν καθολικοί. Οι «κούληδες» υπόκειντο σε έλεγχο, αλλά άλλοι άνθρωποι που δεν ήταν «κούληδες» εξακολουθούσαν να μπορούν να μετακινούνται χωρίς αυτούς τους ελέγχους.
Μέχρι τα χρόνια γύρω από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις αρχές του 20ου αιώνα, αυτό αλλάζει. Ορισμένες μεγάλες αυτοκρατορίες καταρρέουν ή έχουν ήδη καταρρεύσει, συμπεριλαμβανομένων της Ρωσικής, της Αυστροουγγρικής και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι εθνικιστικές ιδεολογίες βρίσκονταν σε έξαρση σε Ευρώπη και Αμερική, και τα κράτη έδιναν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στο ζήτημα του ποιος είχε δικαίωμα εισόδου και ποιος όχι. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αύξηση των ελέγχων της μετανάστευσης ξεδιπλώθηκε παράλληλα με την άνοδο των αντιαποικιακών κινημάτων και των κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης. Τα κινήματα αυτά ξεπήδησαν σε ολόκληρη την Ασία, την Αφρική, τη Μέση Ανατολή και αλλού.
Μέχρι τη δεκαετία του 1960, όταν οι περισσότερες από τις πρώην αποικίες είχαν γίνει έθνη-κράτη, καθένα από αυτά διέθετε ελέγχους της μετανάστευσης και της ιθαγένειας. Μέχρι τότε, οι δύο μεγαλύτερες αυτοκρατορίες που εισήλθαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο –η βρετανική και η γαλλική– είχαν καταρρεύσει, και αμφότερες εθνικοποίησαν την κρατική τους κυριαρχία θεσπίζοντας επίσης τους πρώτους ελέγχους μετανάστευσης. Αυτό παγίωσε έναν κόσμο στον οποίο η ελεύθερη μετακίνηση διασχίζοντας τα κρατικά σύνορα δεν ήταν πλέον δυνατή. Από εκεί και πέρα, πραγματοποιήθηκε η διαδοχική εντατικοποίηση των ελέγχων της μετανάστευσης που πήγαινε χέρι-χέρι με την εντατικοποίηση και τη σκλήρυνση του εθνικισμού.
Ραλφ Ρούκους: Ενώ οι φιλελεύθεροι, καθώς και οι περισσότεροι άνθρωποι στην αριστερά, κατανοούν την αποαποικιοποίηση ως κάτι που προέκυψε αποκλειστικά ως αποτέλεσμα των αγώνων εθνικής απελευθέρωσης, εσύ επισημαίνεις πώς η διάλυση του παγκόσμιου συστήματος των αυτοκρατοριών, στην πραγματικότητα, εξυπηρετούσε πλήρως τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης της νέας ηγεμονικής δύναμης, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό το ζήτημα έχει σημασία για τη συζήτηση εντός της αριστεράς στις μέρες μας. Θα μπορούσες να το αναπτύξεις;
Ναντίτα Σάρμα: Η άνοδος του κόσμου των εθνών-κρατών πιστώνεται συχνά στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, τα οποία κατέληξαν να ταυτίζονται με την αποαποικιοποίηση. Πρόκειται για μια πραγματική παρωδία, καθώς είναι ξεκάθαρο ότι δεν ζούμε σε έναν αποαποικιοποιημένο κόσμο, ή, έστω, σε έναν ελεύθερο κόσμο.
Πρώτον, δεν ήταν μόνο όσοι αγωνίζονταν για εθνική κυριαρχία που ενδιαφέρονταν για την εγκαθίδρυση ενός κόσμου εθνών-κρατών. Ενδιαφέρονταν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στα τέλη του 19ου αιώνα, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία εθνικοποίησης της κρατικής τους κυριαρχίας. Θέσπισαν τους πρώτους ελέγχους μετανάστευσης στα τέλη του 19ου αιώνα, και αυτοί εντατικοποιούνται έκτοτε. Από τότε και έπειτα, οι ΗΠΑ ενδιαφέρονταν λιγότερο να μετατρέψουν τους ανθρώπους από τα πέρατα του κόσμου σε Αμερικανούς πολίτες, και περισσότερο να εγκαθιδρύσουν μια εθνική μορφή κρατικής εξουσίας. Ως καπιταλιστικό κράτος, ήθελαν να αναδειχθούν και να γίνουν η ηγεμονική δύναμη του κόσμου, κάτι που μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρεμποδιζόταν ακόμα από τις αυτοκρατορίες, ιδίως τη βρετανική και τη γαλλική.
Αυτές οι αυτοκρατορίες διέθεταν κλειστές αυτοκρατορικές οικονομίες. Για παράδειγμα, αν ένας καπιταλιστής με έδρα τη Νέα Υόρκη ήθελε να επενδύσει στη Βρετανική Ινδία, αυτό δεν ήταν εύκολο, διότι η Βρετανική Αυτοκρατορία έδινε προνομιακή πρόσβαση στα κεφάλαια των επενδυτών της δικής της αυτοκρατορίας. Με αυτόν τον τρόπο, το κεφάλαιο των ΗΠΑ είχε αποκλειστεί από ένα μεγάλο μέρος του κόσμου.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ αντιλήφθηκε ότι η μετατροπή των πρώην αποικιών σε έθνη-κράτη θα έδινε στο κεφάλαιο που έδρευε στις ΗΠΑ μεγαλύτερη πρόσβαση σε πόρους, συμπεριλαμβανομένης της εργασίας των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και της Γαλλίας βρίσκονταν σε αδύναμη διαπραγματευτική θέση. Νωρίς στον πόλεμο, και πολύ πριν οι ΗΠΑ εισέλθουν επίσημα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γαλλία είχε ήδη καταληφθεί από τη ναζιστική Γερμανία, ενώ η Βρετανία βομβαρδιζόταν. Το 1941, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ δήλωσε στον Πρωθυπουργό Ουίνστον Τσόρτσιλ ότι οι ΗΠΑ είχαν τα χρήματα για να αγοράσουν περισσότερο στρατιωτικό εξοπλισμό ώστε η Βρετανία να υπερασπιστεί τα εδάφη της, αλλά, σε αντάλλαγμα, η βρετανική κυβέρνηση έπρεπε να δηλώσει ότι μετά το τέλος του πολέμου θα παραχωρούσε στους λαούς των αποικιών της το δικαίωμα της εθνικής αυτοδιάθεσης.
Γιατί το είπε αυτό ο Ρούζβελτ; Μήπως επειδή οι ΗΠΑ ήταν, σύμφωνα με τη δική τους πολυφορεμένη ρητορική, «ο κομιστής της ελευθερίας και της δημοκρατίας» στον υπόλοιπο πλανήτη; Όχι, αυτός ο ισχυρισμός ήταν εξίσου ψευδής τότε όσο είναι και σήμερα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήθελε να ανοίξουν οι αυτοκρατορικές αγορές. Ο τρόπος για να τις ανοίξει ήταν να μετατρέψει αυτές τις αποικίες σε «ανεξάρτητα» έθνη-κράτη, έτσι ώστε, όταν η κυβέρνηση των ΗΠΑ ή το αμερικανικό κεφάλαιο θα χτυπούσαν την πόρτα, είτε με συμβόλαια στο χέρι είτε με όπλα, αυτά τα μικρότερα έθνη-κράτη (μικρά σε όρους ισχύος αν όχι σε γεωγραφικό μέγεθος) να μην είναι αρκετά ισχυρά ώστε να πουν στις ΗΠΑ να κάνουν πίσω. Φυσικά, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ΕΣΣΔ –μια κοινωνία κρατικού καπιταλισμού– μπήκε επίσης στο παιχνίδι.
Αυτή ήταν η ουσία της νέας παγκόσμιας τάξης των εθνών-κρατών μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω πώς αυτό δεν είναι ορατό στους ανθρώπους σε εκείνες τις πρώην αποικίες που είναι τώρα έθνη-κράτη, ή στην αριστερά στον Πλούσιο Κόσμο. Πώς είναι δυνατόν να μην βλέπουμε τι συνέβη με την εθνική αυτοδιάθεση; Η εθνική αυτοδιάθεση διασαλπίστηκε από τα Ηνωμένα Έθνη στα ιδρυτικά τους έγγραφα το 1949. Ο όρος «Ηνωμένα Έθνη» δημιουργήθηκε από τον Πρόεδρο Ρούζβελτ κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και θεσμοί του Μπρέτον Γουντς, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δημιουργήθηκαν, καθοδηγήθηκαν και κυριαρχήθηκαν από τις ΗΠΑ ακριβώς επειδή η εθνική αυτοδιάθεση άνοιξε τον κόσμο για το κεφάλαιο πολύ περισσότερο από ό,τι είχε συμβεί στην εποχή των αυτοκρατοριών.
Αντί να αντιμετωπίζεται αυτό ως ο εφιάλτης που πραγματικά ήταν για τους ανθρώπους που αναγκάστηκαν να το ζήσουν, ιδιαίτερα στις πρώην αποικίες, εξακολουθεί να θεωρείται ως μια μορφή απελευθέρωσης. Απαιτείται μια σοβαρή επανεξέταση της ιστορίας.
Ραλφ Ρούκους: Νομίζω ότι το κυρίαρχο αφήγημα, τώρα αλλά και τότε, περιλαμβάνει το επιχείρημα ότι υπήρχε υλικό συμφέρον για την απαλλαγή από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. Και αυτό το κυρίαρχο αφήγημα βασίζεται ειδικά στην ιστορία της Ρωσίας το 1917 και της Κίνας το 1949. Και στις δύο περιπτώσεις ακολουθήθηκε η αντίληψη του Λένιν και του Στάλιν για την εθνική απελευθέρωση. Ο Λένιν διαμόρφωσε την αριστερή αντίληψη για την εθνική αυτοδιάθεση, ενώ αργότερα ο Στάλιν επέβαλε τη θεωρία του «σοσιαλισμού σε μία χώρα» στη Σοβιετική Ένωση, και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας ακολούθησε επίσης τη θεωρία του Στάλιν.
Εβδομήντα με εκατό χρόνια αργότερα, είναι εύκολο να αντιληφθούμε αυτή την πλάνη. Εκείνη την εποχή ωστόσο, τα βασικά ρεύματα των αντιαποικιακών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένης της διανόησης, πίστευαν πραγματικά ότι αυτός ήταν ο δρόμος προς την απελευθέρωση.
Ναντίτα Σάρμα: Δεν είμαι τόσο γενναιόδωρη όσο εσύ. Για παράδειγμα, γεννήθηκα στην Ινδία. Οι γονείς μου γεννήθηκαν ως Βρετανοί υπήκοοι της αποικίας της Ινδίας. Οι παππούδες μου ήταν αγωνιστές του αντιαποικιακού κινήματος. Πιστεύω ότι ήταν πολύ ξεκάθαρο ποιος επρόκειτο να ηγηθεί της Ινδίας μετά την εθνική ανεξαρτησία, και σίγουρα δεν επρόκειτο να είναι οι αγρότες ή οι εργάτες. Ήταν ξεκάθαρα ένα ελιτίστικο εγχείρημα. Και ο ρατσισμός που ενσωματωνόταν σε κάθε σχέδιο εθνικής απελευθέρωσης ήταν μέρος αυτής της ψευδούς ελπίδας ότι, αν κάποιος ανήκει στην ίδια, ούτως ειπείν, φυλή με εσένα, τότε θα έχει κατά νου το δικό σου συμφέρον. Για παράδειγμα, το να σε κυβερνά ο Νεχρού επρόκειτο να είναι πολύ καλύτερο από το να σε κυβερνά ο Βρετανός βασιλιάς ή η βασίλισσα. Υπάρχει ένας θεμελιώδης ρατσισμός που βρίσκεται στην καρδιά αυτών των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, ο οποίος, όπως κάθε άλλη μορφή ρατσισμού, στηρίζεται σε ένα δίπολο μεταξύ του Εμείς και των Άλλων. Η αντίληψη ότι «εμείς» είμαστε η ίδια φυλή ενώ «αυτοί» μια άλλη, μας επιτρέπει να αγνοούμε τις ταξικές διαιρέσεις που αποτελούν τη βάση της κυριαρχίας.
Η παραβλέψη της ταξικής βάσης της εξουσίας επιτρέπει τη συνέχιση αυτού του είδους της εξουσίας, διότι δεν πολεμάμε τον θεμελιώδη λόγο ύπαρξής της. Γνωρίζουμε τι συνέβη στην Ινδία όταν δεν κυβερνούνταν πλέον από τη Βρετανική Αυτοκρατορία, αλλά από Ινδούς. Η ζωή έγινε πολύ χειρότερη. Οι ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων στην Ινδία είναι πολύ μεγαλύτερες τώρα από ό,τι ήταν υπό τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της επιστροφής του ιμπεριαλισμού, φυσικά. Αποτελεί ένα επιχείρημα κατά του εθνικισμού. Ο εθνικισμός δεν λύνει προβλήματα. Η Ινδία κήρυξε την ανεξαρτησία της το 1947. Προχώρησε άμεσα σε απαλλοτρίωση των εδαφών των ανθρώπων για αναπτυξιακά έργα και επέτρεψε στο κεφάλαιο να πράξει το ίδιο. Η εργασία των ανθρώπων έγινε διαθέσιμη προς εκμετάλλευση. Τότε, ορισμένοι άνθρωποι έβλεπαν και κατανοούσαν τι συνέβαινε – ειδικά εκείνοι που στερήθηκαν τη γη τους και φτωχοποιήθηκαν: ότι μια νέα ομάδα εξουσιαστών βρισκόταν στην εξουσία. Πώς γίνεται λοιπόν, ογδόντα χρόνια αργότερα, οι υπόλοιποι να μην μπορούμε ακόμη να το δούμε;
Ραλφ Ρούκους: Συμφωνώ, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαφόρων αντιαποικιακών κινημάτων, σε αυτή την περίπτωση μεταξύ της Ινδίας και της Κίνας. Στην Κίνα, πολλοί άνθρωποι τις δεκαετίες του 1930 και του 1940, συμπεριλαμβανομένων αγροτών, εργατών, καθώς και διανοουμένων και φεμινιστριών, πίστευαν πραγματικά ότι, μετά την εθνική απελευθέρωση και τον εμφύλιο πόλεμο, θα κατέληγαν σε μια κατάσταση πολύ καλύτερη από πριν. Στην Ινδία στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στις αρχές της δεκαετίας του 1950, σε τι ήλπιζαν οι άνθρωποι εκείνη την εποχή; Συμφωνώ μαζί σου για τα τελικά αποτελέσματα της αποαποικιοποίησης σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά πόσο ισχυρή ήταν τότε η ελπίδα για βελτιώσεις μέσω της αυτοδιάθεσης;
Ναντίτα Σάρμα: Δεν προσπαθώ να πω ότι οι άνθρωποι πίσω από αυτές τις επαναστάσεις δεν πίστευαν ότι η επανάσταση θα κατέληγε σε κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που βίωναν – και σίγουρα πολύ καλύτερο από αυτό που τελικά πήραν. Είχαν τεράστια όνειρα και ελπίδες για απελευθέρωση. Και δεν έλαβαν όλα τα αντιαποικιακά κινήματα εθνικιστική μορφή. Υπάρχει πραγματικά μια έλλειψη ιστορικής διερεύνησης αυτών των μη-εθνικιστικών ή ακόμη και αντι-εθνικιστικών απελευθερωτικών κινημάτων. Δεν γνωρίζουμε αρκετά για το πώς έμοιαζαν, ποια ήταν τα αιτήματά τους και πώς ηττήθηκαν.
Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι δεν έχω πειστεί πως οι ηγέτες αυτών των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων δεν καταλάβαιναν τι έκαναν όταν επιχειρηματολογούσαν υπέρ μιας εθνικιστικής εκδοχής της απελευθέρωσης, αντί για ένα διαφορετικό είδος απελευθέρωσης μέσω του αντιαποικιακού αγώνα. Δεν νομίζω ότι κάποιος σαν τον Νεχρού, παρά την όλη ρητορική περί σοσιαλισμού που χρησιμοποιούσε, είχε ποτέ κάποια σοβαρή ανησυχία για τη ζωή ενός αγρότη ή ενός φτωχοποιημένου μισθωτού εργάτη στην Ινδία.
Ραλφ Ρούκους: Όπως είπες, στις δεκαετίες του 1960 και 1970, ο εθνικισμός και τα έθνη-κράτη είχαν γίνει ο παγκόσμιος κανόνας. Εκείνες τις δεκαετίες ξεκίνησε μια διαδικασία που αργότερα ονομάστηκε παγκοσμιοποίηση, μια περίοδος όπου υποτίθεται ότι η επιρροή του κράτους μειώθηκε και το κεφάλαιο κινήθηκε ανά την υφήλιο πιο ανεμπόδιστα. Σύμφωνα με το βιβλίο «Ο Νέος Διεθνής Καταμερισμός Εργασίας» (The New International Division of Labor) των Folker Fröbel, Jürgen Heinrichs και Otto Kreye, που εκδόθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970,[4] το κεφάλαιο διέφυγε από τους αυξανόμενους μισθούς και τους εντεινόμενους αγώνες στα κράτη του «κέντρου» και μεταφέρθηκε σε άλλες περιοχές του κόσμου. Τέτοιες μετεγκαταστάσεις πυροδότησαν στη συνέχεια κύματα εργασιακής μετανάστευσης προς νέα βιομηχανικά κέντρα, καλύπτοντας θέσεις εργασίας στη μεταποίηση, τα ορυχεία, τη γεωργία ή τις οικιακές υπηρεσίες. Παράλληλα, τα συνοριακά καθεστώτα έγιναν ξανά πιο αυστηρά, τόσο ως προς τον περιορισμό της πρόσβασης όσο και ως προς τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων.
Γνωρίζω ότι συμμετείχες στο κίνημα «No Borders», το οποίο ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990. Πώς εξηγείς το γεγονός ότι οι έλεγχοι της μετανάστευσης συνεχίζουν να γίνονται ολοένα και πιο αυστηροί, με τα σύνορα να στρατιωτικοποιούνται όλο και περισσότερο τις τελευταίες δεκαετίες;
Ναντίτα Σάρμα: Η αύξηση της διεθνούς μετανάστευσης που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 αντιστοιχεί ακριβώς στην πολιτική ωρίμανση του νεοφιλελευθερισμού. Θα έλεγα ότι ο νεοφιλελευθερισμός είχε ήδη ξεκινήσει στα τέλη της δεκαετίας του 1960, αλλά ότι ωρίμασε πολιτικά μόλις τη δεκαετία του 1980. Αυτό συνοψίστηκε ιδανικά από την Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργό της Βρετανίας, η οποία δήλωσε, με ελάχιστες αντιρρήσεις από τους υπολοίπους, ότι «Δεν υπάρχει εναλλακτική» στη νεοφιλελεύθερη λιτότητα μέσω της διάλυσης των κρατών πρόνοιας και ρύθμισης του Πλούσιου Κόσμου.
Ο νεοφιλελευθερισμός περιλάμβανε την επέκταση του κεφαλαίου. Όλο και περισσότερη γη των ανθρώπων υφαρπάχθηκε ή κλάπηκε από το κράτος για αναπτυξιακά έργα. Ένα μεγάλο μέρος της μικρής γεωργίας αυτοσυντήρησης ενοποιήθηκε σε μεγάλης κλίμακας καπιταλιστική γεωργία. Οι αγροτικές οικονομίες σε όλη την Ασία και την Αφρική καταστράφηκαν. Η διαδικασία της αστικοποίησης επιταχύνθηκε καθώς οι άνθρωποι διέφευγαν προς τις πόλεις. Πήγαν εκεί για να βρουν μισθωτή εργασία, η οποία αποτελούσε πλέον το μόνο μέσο επιβίωσής τους, καθώς έχασαν την πρόσβαση σε οποιαδήποτε εναλλακτική. Στις πόλεις, εξακολουθούσαν να μην μπορούν να κερδίσουν τον μισθό που χρειάζονταν για να ζήσουν. Η αύξηση της διεθνούς μετανάστευσης στη δεκαετία του 1980 ήταν μια απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού. Οι άνθρωποι εγκατέλειπαν κράτη όπου δεν μπορούσαν πλέον να ζήσουν.
Καθώς η διεθνής μετανάστευση αυξανόταν, τα κράτη σε όλο τον κόσμο, και ιδιαίτερα στον Πλούσιο Κόσμο, όχι μόνο περιόρισαν περαιτέρω τη μετανάστευση, αλλά έλεγξαν περαιτέρω και το τι συνέβαινε στους ανθρώπους αφού διέσχιζαν τα σύνορα. Για παράδειγμα, πολλά κράτη του πλούσιου κόσμου θέσπισαν πολιτικές που δεν έδιναν πλέον στους περισσότερους ανθρώπους που εισέρχονταν στην επικράτειά τους νόμιμο και μόνιμο καθεστώς μετανάστευσης ή διαμονής. Στην καλύτερη περίπτωση, τους χορηγούνταν ένα προσωρινό καθεστώς, το οποίο τους κρατούσε πιο ευάλωτους ως εργατικό δυναμικό απέναντι στις απαιτήσεις των εργοδοτών. Τα κράτη εισήγαγαν περισσότερα προγράμματα προσωρινής εργασίας, τα οποία ήταν ουσιαστικά προγράμματα επί συμβάσει δουλείας. Οι μετανάστες εργάτες δεν επιτρεπόταν να αλλάξουν εργοδότη και δεν τους δόθηκε πρόσβαση σε μόνιμη κατοικία. Παράλληλα, η κρατική κατηγορία του «μετανάστη χωρίς χαρτιά» διογκώθηκε. Σε μέρη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, στη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που εισήλθαν οποιαδήποτε χρονιά δεν δόθηκε απολύτως κανένα καθεστώς νομιμότητας. Έγιναν «παράνομοι» και, ως εκ τούτου, έγιναν ακόμη πιο ευάλωτοι στις απαιτήσεις των εργοδοτών.
Κατά τη δεκαετία του 1980, η ακροδεξιά αναδύθηκε επίσης ξανά σε όλο τον κόσμο. Τα φασιστικά καθεστώτα που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία μπορεί να έχουν τις ρίζες τους ακόμη πιο πίσω, αλλά η δεκαετία του 1980 ήταν μια σημαντική περίοδος. Αυτές οι φασιστικές δυνάμεις αναδύονταν ξανά ακριβώς για την υπεράσπιση του έθνους. Ισχυρίζονταν ότι το έθνος «κατακλυζόταν» είτε από ανθρώπους «που δεν ανήκουν εδώ» είτε από το «ξένο κεφάλαιο». Όλα τα προβλήματα στον κόσμο συγκεντρώθηκαν σε αυτή τη σκιώδη ομάδα που ονομάζεται «ξένοι». Οι φασίστες ισχυρίζονταν ότι όλα θα ήταν καλά αν μια «εθνική» επικράτεια είχε τους «εθνικούς» εργάτες της και το «εθνικό» της κεφάλαιο, και ένα ισχυρό έθνος-κράτος που θα προστάτευε τους «υπηκόους» του.
Η αριστερά απέτυχε οικτρά τόσο στο να αναλύσει όσο και στο να αντιμετωπίσει αυτές τις εξελίξεις. Στη ρίζα αυτής της αποτυχίας βρίσκεται η αντίληψη ότι το κεφάλαιο έχει «εθνικό» χαρακτήρα. Η λογική αυτή ανάγεται, για παράδειγμα, στον Φραντς Φανόν και στην προειδοποίηση που απηύθυνε τη δεκαετία του ’50 για την «εθνική αστική τάξη». Τι συμβαίνει, ωστόσο, με την «παγκόσμια αστική τάξη»; Τι γίνεται με τον ίδιο τον καπιταλισμό, που δεν αποτελεί μια «εθνική» υπόθεση αλλά μια οικουμενική δύναμη, η οποία αρχικά δρούσε υπό την αιγίδα των αυτοκρατοριών και κατόπιν υπό τα έθνη-κράτη;
Η αποτυχία της αριστεράς έγκειται στο ότι δεν αναμετρήθηκε με τις παγκόσμιες δραστηριότητες του κεφαλαίου και τη δύναμη που έχουν πάνω στα μεμονωμένα έθνη-κράτη. Καθώς το κεφάλαιο επεκτεινόταν παγκοσμίως, αγγίζοντας όλο και περισσότερους τόπους και ανθρώπους, η πολιτική απάντηση της αριστεράς ήταν να συρρικνώσει την πολιτική κοινότητα που καλούνταν να το αντιμετωπίσει. Εγκλωβίστηκε στα όρια του έθνους, γεγονός που αναπόφευκτα οδήγησε στο ερώτημα ποιος θεωρούνταν “πραγματικό” μέλος του και ποιες ομάδες έπρεπε να αποκλειστούν. Έτσι, την ώρα που το κεφάλαιο απλωνόταν σε όλη την υφήλιο, η πολιτική περιοριζόταν μέσα σε αυτό το εθνικιστικό κέλυφος, με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι άνθρωποι να τίθενται εκτός του έθνους.
Ραλφ Ρούκους: Ας έρθουμε στο σήμερα. Όταν συζητάμε για τον εθνικισμό, είναι σαφές πως ιστορικά αποτελεί συμφέρον των αρχουσών τάξεων η εργαλειοποίησή του, με σκοπό τη διαίρεση των διαφόρων μορφών κοινωνικής αντίστασης ή επαναστατικής δράσης. Ωστόσο, ο εθνικισμός δεν χρησιμοποιείται μόνο από τα πάνω, αλλά και από τα κάτω. Από τα κάτω, παρατηρείται η κοντόφθαλμη επιδίωξη να αξιοποιηθούν εθνικιστικές και ρατσιστικές κατηγοριοποιήσεις για αυτό που η Μπέβερλι Σίλβερ αποκαλεί «χάραξη διαχωριστικών γραμμών». Παρότι κάτι τέτοιο παίζει κεντρικό ρόλο στο αμερικανικό κίνημα του MAGA και σε άλλα δεξιά κινήματα ανά τον κόσμο, δεν αποτελεί μονοπώλιο της δεξιάς, καθώς το συναντάμε και σε ορισμένες αριστερές κινητοποιήσεις. Θα με ενδιέφερε η άποψή σου πάνω σε αυτό, και κυρίως ως προς τη λογική και τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από τη χρήση του εθνικισμού –τόσο από τα πάνω όσο και από τα κάτω– καθώς και το πώς αυτά συνδέονται μεταξύ τους.
Ναντίτα Σάρμα: Αυτό που τα συνδέει είναι η αντιμεταναστευτική πολιτική. Είναι μια πολιτική που εσφαλμένα προσδιορίζει ως αιτία πολλών πραγματικών προβλημάτων τον «ξένο» και, ειδικότερα, τον «μετανάστη». Αυτές οι πολιτικές υποδηλώνουν ότι αν ο μετανάστης εξαφανιζόταν, όλα θα ήταν και πάλι καλά. Οι άνθρωποι θα είχαν καλές δουλειές, υγειονομική περίθαλψη, στέγαση – όλα αυτά τα πράγματα που υποτίθεται ότι οι μετανάστες αφαιρούν από τους ανθρώπους.
Αυτό το φαινόμενο συναντάται σε όλο τον κόσμο. Στην Ινδία, ο πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι κατασκευάζει «μετανάστες» από ανθρώπους όπως οι Μουσουλμάνοι, οι Χριστιανοί ή οι Σιχ. Απαιτεί να αποδείξουν ότι αποτελούν μέρος του ινδικού έθνους, και αν δεν μπορούν να προσκομίσουν τα σχετικά έγγραφα, τους στερείται η ινδική ιθαγένεια και γίνονται νομικά μετανάστες ή μη-πολίτες. Βλέπουμε παρόμοιες εξελίξεις στις ΗΠΑ, όπου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προσπαθεί να μετατρέψει ανθρώπους που βρίσκονταν νόμιμα στις ΗΠΑ σε «παράνομους μετανάστες». Το ίδιο είδος επιχειρημάτων συναντάμε σήμερα και στα ακροδεξιά κόμματα που βρίσκονται σε άνοδο σε όλη την Ευρώπη.
Το μίσος για τους μετανάστες, η δαιμονοποίηση και η απανθρωποποίησή τους, είναι αυτό που ενώνει τις δύο διαφορετικές πολιτικές. Ωστόσο, ο μετανάστης είναι δημιούργημα των εθνών-κρατών. Είναι μια φιγούρα που κατασκευάζεται από τους νόμους περί μετανάστευσης και ιθαγένειας των εθνών-κρατών. Όταν συζητάμε για τους λόγους που δεν έχουμε καλές δουλειές, ούτε καλή υγειονομική περίθαλψη, ούτε προσιτή στέγαση, γιατί αποτυγχάνουμε να φροντίσουμε ο ένας τον άλλον, οι περισσότεροι άνθρωποι δείχνουν τον «μετανάστη» παρά το έθνος-κράτος ή τις δυνάμεις του παγκόσμιου κεφαλαίου που έχουν εξουσία πάνω σε κάθε έθνος-κράτος ξεχωριστά.
Στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να στοχεύσουμε μια συγκεκριμένη κυβέρνηση –όπως όταν οι άνθρωποι λένε ότι «ο Τραμπ είναι κακός, αλλά πρέπει απλώς να περιμένουμε μέχρι να έρθει ένας άλλος στην εξουσία και όλα θα γίνουν πολύ καλύτερα». Όμως, ως επί το πλείστον, δεν στοχεύουμε την ίδια τη δομή του έθνους-κράτους, και το πώς αυτό αποτελεί κομμάτι του τρόπου λειτουργίας του παγκόσμιου κεφαλαίου. Μπορούμε να μιλάμε όλη μέρα για τους μύθους που διακινεί η αντιμεταναστευτική πολιτική: ότι δεν είναι αλήθεια, για παράδειγμα, πως οι μετανάστες είναι πιο πιθανό να είναι εγκληματίες, ότι δεν συμβάλλουν στην εθνική οικονομία, ότι δεν είναι απαραίτητοι… και ούτω καθεξής. Συνεχίζουμε να τα λέμε αυτά για να αντικρούσουμε την αντιμεταναστευτική ρητορική, αλλά σπάνια αμφισβητούμε γιατί εξ αρχής υπάρχει αυτή η κατηγορία. Γιατί γίνεται διάκριση μεταξύ πολιτών και μεταναστών; Και πώς αυτή η διάκριση προωθεί ουσιαστικά το εθνικιστικό εγχείρημα και το εγχείρημα του καπιταλισμού; Βρισκόμαστε σε αυτή την ιδεολογική παγίδα όπου, μέχρι να καταφέρουμε να ασκήσουμε κριτική στον εθνικισμό, δεν θα καταφέρουμε να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει.
Ακόμη και άνθρωποι που έχουν κινητοποιηθεί και στάθηκαν πρόσφατα στο πλευρό των «μεταναστών», σε γενικές γραμμές δεν αμφισβητούν την κατηγορία του «πολίτη» στην οποία μπορεί να κατατάσσονται οι ίδιοι, ή την κατηγορία του «μετανάστη» στην οποία κατατάσσονται οι άνθρωποι που υφίστανται τρομοκρατία. Αντίθετα, οι άνθρωποι γενικά καταφεύγουν στα φιλελεύθερα κλισέ περί «δικαιότερων νόμων μετανάστευσης», «διευρυμένης πρόσβασης» κ.ο.κ. Πολύ λίγοι μπορούν να δουν ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι η ολοκληρωτική διάλυση των μεταναστευτικών καθεστωτών, χωρίς αστερίσκους. Το κίνημα «No Borders» είναι η επανάσταση στην οποία οι εθνικιστές είναι αδύνατον να φανταστούν τον εαυτό τους.
Ραλφ Ρούκους: ο εθνικισμός προσεγγίζεται συχνά ως ένα απελευθερωτικό ιδεώδες, ως ένα ορόσημο εντός μιας αστικής επανάστασης που στράφηκε ενάντια στα υπολείμματα της φεουδαρχίας. Η αντίληψη περί ενός «αγαθού» εθνικισμού, ο οποίος ενώνει τους ανθρώπους για να συγκροτήσουν ένα «νεωτερικό» κράτος όπου η δημοκρατία γίνεται αντιληπτή ως εφικτή, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η προσκόλληση στον εθνικισμό καλά κρατεί στο εσωτερικό της αριστεράς. Δίχως τα έθνη-κράτη, ο καπιταλισμός θα αδυνατούσε να λειτουργήσει στη σημερινή του μορφή. Ελλοχεύει όμως εδώ μια αντίφαση: ο κόσμος εξακολουθεί να μιλά για απελευθέρωση χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο της «αυτοδιάθεσης», μιας έννοιας που –εκ πρώτης όψεως– φαντάζει θετική.
Ναντίτα Σάρμα: Αν εξετάσουμε προσεκτικά την εμφάνιση της ιδέας του έθνους, θα διαπιστώσουμε ότι ακόμη και οι πρώτες προσπάθειες εθνικής συγκρότησης ήταν προσπάθειες διαμόρφωσης μιας διαταξικής συμμαχίας, προκειμένου να πειστούν οι εργαζόμενοι ότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονται με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Επομένως, δεν είμαι και τόσο σίγουρη για τις απελευθερωτικές έννοιες που ενσωματώνονται στον εθνικισμό.
Υπάρχει μεγάλη φιλολογία γύρω από το έθνος σε σχέση με τη Γαλλική Επανάσταση. Όμως η Γαλλία δεν έγινε έθνος-κράτος μετά από αυτή την επανάσταση. Έγινε ένα αυτοκρατορικό κράτος, μια αυτοκρατορία. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να διακρίνουμε την ιδέα του έθνους και την ιδεολογία του εθνικισμού από την πραγματική εθνικοποίηση της κρατικής κυριαρχίας, όταν δηλαδή τα κράτη μετατρέπονται σε έθνη-κράτη. Υπήρξαν πληθυσμοί που πίστευαν ότι αποτελούν «έθνη», αλλά το κράτος στο οποίο ζούσαν δεν ήταν έθνος-κράτος.
Ραλφ Ρούκους: Συμφωνώ, νομίζω όμως ότι πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας τον τρόπο με τον οποίο μια μερίδα της αριστεράς αναφέρεται στον εθνικισμό ως μια δήθεν απελευθερωτική έννοια. Αυτές οι αναφορές ανάγονται σε εκείνες τις ιδέες, όχι στο τι πραγματικά συνέβη. Το να βλέπει κανείς θετικά το κράτος, θεωρώντας το μια δομή που μπορεί να φέρει την απελευθέρωση, είναι σίγουρα μια στρεβλή σύλληψη. Παρόλα αυτά, διατηρεί τεράστια επιρροή σήμερα σε δύο από τα κυρίαρχα ρεύματα της αριστεράς: τη σοσιαλδημοκρατία και τον μαρξισμό-λενινισμό. Και τα δύο αυτά ρεύματα έχουν ως σημεία αναφοράς τους τον εθνικισμό και το κράτος.
Ακόμη και όταν ο κόσμος της αριστεράς αναγνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο τα μετα-αποικιακά έθνη-κράτη οδήγησαν στην εγκαθίδρυση νέων μορφών ταξικής κυριαρχίας, πολλοί εξακολουθούν να συμμετέχουν ενεργά στο φιλοπαλαιστινιακό κίνημα και διατηρούν την ψευδαίσθηση ότι ένα Παλαιστινιακό κράτος θα άλλαζε τα πράγματα. Υπερασπίζονται την άποψη ότι κάθε λαός δικαιούται να έχει το δικό του κράτος. Η Παλαιστίνη είναι μόνο ένα παράδειγμα. Η Ταϊβάν είναι ένα άλλο.
Τι μπορεί να γίνει; Σε άλλες συνεντεύξεις, έχεις αναφέρει ότι πρέπει να υποστηρίξουμε τη διασυνοριακή αλληλεγγύη και το κίνημα «No Borders». Δεκτό, αλλά αυτό από μόνο του δεν μοιάζει αρκετό, διότι ο κόσμος κατεβαίνει σε δράσεις του “No Borders”, αλλά ταυτόχρονα τάσσεται υπέρ της δημιουργίας ενός παλαιστινιακού έθνους-κράτους. Έχεις επισημάνει τη θεμελιώδη σύνδεση μεταξύ του καπιταλισμού και του παγκόσμιου συστήματος των εθνών-κρατών. Πολιτικά μιλώντας, αυτό σημαίνει πως δεν αρκεί να γκρεμίσουμε το τάδε ή το δείνα κράτος· πρέπει να τα ανατρέψουμε όλα μαζί. Τι σκέφτεσαι ως προς αυτό;
Ναντίτα Σάρμα: Το θεμελιώδες εμπόδιο για τη διεκδίκηση ενός κόσμου στον οποίο οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πραγματικά ελεύθεροι, είναι η συνεχιζόμενη πίστη στην εθνικιστική πολιτική. Και, όπως είπες, οι εθνικιστικές πολιτικές στον πυρήνα τους δεν διαμορφώνονται μόνο από τον ρατσισμό, αλλά, όπως και τα κινήματα εθνικής απελευθέρωσης στην Ασία και την Αφρική, διαμορφώνονται επίσης από μια συγκεκριμένη ρατσιστική πίστη στην «ομοιότητα». Υποδηλώνει ότι αν είμαστε όλοι Παλαιστίνιοι, ή Κασμιριανοί, ή Κούρδοι, ή Χαβανέζοι, η ειρήνη και η ελευθερία θα ήταν εφικτές, αν όχι αναπόφευκτες, μόλις «εμείς» γίνουμε κυρίαρχοι πάνω στο «έθνος μας» και τα «εθνικά εδάφη» του. Το «εμείς» εδώ θέτει αποκλεισμούς. Εξάλλου, τι είναι η «Παλαιστινιακή κυριαρχία» –ή η κυριαρχία του Κασμίρ, του Κουρδιστάν ή της Χαβάης– αν ο κυρίαρχος δεν είναι Παλαιστίνιος, Κασμιριανός, Κούρδος ή Χαβανέζος; Η εθνική μορφή διακυβέρνησης βασίζεται σε μια φυλετικοποιημένη άποψη του κυρίαρχου.
Τι να κάνουμε; Πρέπει να ξεκινήσουμε με πολιτική εκπαίδευση και μια συντονισμένη προσπάθεια να αποδείξουμε ότι, για όσο διάστημα υπάρχει εθνικισμός –ο οποίος είναι παλαιότερος από τα έθνη-κράτη– υπάρχει και αντεθνικισμός. Ας φέρουμε στο φως την ιστορία εκείνων των απελευθερωτικών κινημάτων που ήταν αντεθνικιστικά και ήταν παρόντα από την πρώτη στιγμή. Ήδη την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, υπήρχαν άνθρωποι που έγραφαν ενάντια στον εθνικισμό από επαναστατική σκοπιά. Αυτή η ιστορία έχει εν πολλοίς ξεχαστεί. Η αριστερά στερείται μιας δικής της, αντεθνικιστικής ιστορίας. Αντίθετα, βομβαρδιζόμαστε ασταμάτητα και με το ζόρι με εθνικιστικές εκδοχές της ιστορίας.
Χρειαζόμαστε μια πολιτική εκπαίδευση που θα καταδείξει, με πιο ξεκάθαρο τρόπο, όχι μόνο ότι υπάρχει ταξική κυριαρχία εντός κάθε μεμονωμένου έθνους-κράτους, αλλά ότι κάθε έθνος-κράτος αποτελεί τη βάση μέσω της οποίας το κεφάλαιο εισέρχεται στις ζωές των ανθρώπων. Έχεις δίκιο το να φωνάζουμε απλώς το σύνθημα «No Borders» είναι ανεπαρκές. Αλλά αυτό που αγαπώ στο κίνημα αυτό είναι ότι οι άνθρωποι που έχουν μετατραπεί σε «μετανάστες» (είτε είναι πλήρη μέλη ενός πολιτικού κινήματος που ονομάζεται «No Borders» είτε όχι) λένε: «Κοιτάξτε, εγώ θα διασχίσω αυτά τα εθνικά σύνορα είτε το θέλετε είτε όχι, επειδή θέλω να ζήσω».
Στον πυρήνα της, αυτή η πράξη θέτει υπό αμφισβήτηση το πώς είναι οργανωμένος αυτός ο κόσμος. Τα σύνορα δεν αποτελούν απλώς σύμπτωμα της κρατικής εξουσίας και του πώς είναι οργανωμένος σήμερα ο καπιταλισμός. Αποτελούν επίσης την ιδεολογική βάση για την κανονικοποίηση των διαιρέσεων στις οποίες βασίζεται το τρέχον καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα εθνών-κρατών για τη συνέχιση της ύπαρξής του.
Επομένως, πιστεύω πράγματι ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό κίνημα, αλλά όπως λες, υπάρχουν αντιφάσεις. Πρόσφατα έγραψα για μια συγκεκριμένη ομάδα No Borders η οποία, ταυτόχρονα, επιχειρηματολογεί υπέρ της εθνικής, εδαφικής κυριαρχίας των ιθαγενών.[5] Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν αυτά τα δύο να συνυπάρχουν το ένα δίπλα στο άλλο; Αυτό που χρειαζόμαστε είναι να αμφισβητήσουμε πραγματικά τις ρατσιστικές φαντασιώσεις. Τη φαντασίωση ότι είμαστε «ένας λαός», και ότι αυτός ο «λαός» έχει το δικαίωμα να ελέγχει ένα συγκεκριμένο μέρος στον κόσμο. Και ότι ένας λαός μπορεί, αν το επιλέξει, να εμποδίσει άλλους ανθρώπους να ζήσουν εκεί, ή να τους πει πώς να ζήσουν εκεί σύμφωνα με «εθνικούς» κανόνες. Αυτή η φαντασία είναι ευρέως διαδεδομένη. Χρειαζόμαστε μια πολιτική εκπαίδευση που θα μας βοηθήσει να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει να λέμε «No Borders», και δεν αφορά απλώς την κατάργηση των συνόρων. Αφορά θεμελιωδώς την αντεθνική πολιτειότητα.
Ραλφ Ρούκους: Κατά τη διάρκεια του συνεχιζόμενου φιλοπαλαιστινιακού κινήματος, ακόμη και άνθρωποι της αριστεράς που κανονικά θα επέκριναν το καπιταλιστικό κράτος και γενικότερα τον εθνοτικό εθνικισμό, καταφεύγουν στη χρήση όρων που διαφορετικά δεν θα χρησιμοποιούσαν. Τους βλέπουμε, για παράδειγμα, να προσδίδουν θετικό πρόσημο στο παλαιστινιακό «έθνος» ή να μιλούν για «ένα κράτος που θα ανήκει στον παλαιστινιακό λαό». Γιατί η αριστερά κάνει αυτή τη στροφή, αντί να αναδείξει τα παραδείγματα κινημάτων της περιοχής, όπου άνθρωποι με ισραηλινή ή εβραϊκή καταγωγή συνεργάζονται και στέκονται αλληλέγγυοι σε ανθρώπους παλαιστινιακής καταγωγής, και το αντίστροφο; Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας προσπάθειας επανοικειοποίησης ιστοριών και πρακτικών πέρα από τους εθνικισμούς· πρακτικών που δεν είναι προσδεδεμένες στην εθνικότητα ή στην ταυτότητα ενός «λαού», με την παραδοχή ότι όλες οι διαφορετικές συνιστώσες της ομάδας συμβιώνουν και δρουν από κοινού.
Ναντίτα Σάρμα: Εκεί ακριβώς υπεισέρχεται η πρακτική του κινήματος «No Borders». Εδώ βλέπουμε ανθρώπους να ενώνονται ενάντια στους διαχωρισμούς που οργανώνονται μεταξύ «πολίτη» και «μετανάστη». Υπάρχουν «πολίτες» που δραστηριοποιούνται πολύ ενεργά υποστηρίζοντας τις δράσεις των «μεταναστών». Ακόμη καλύτερα, υπάρχουν «πολίτες» και «μετανάστες» που αρνούνται αυτές τις κρατικές κατηγορίες και συνεργάζονται ως κάποιου άλλου είδους κοινωνικός σχηματισμός.
Ένιωθα πολύ άβολα να κατεβαίνω στις πορείες κάτω από παλαιστινιακές σημαίες, και αρνούμαι να το κάνω. Υποστηρίζω θερμά τον αγώνα ενάντια στις ενέργειες του ισραηλινού κράτους, το οποίο συνεχίζει να καταστρέφει τις ζωές των ανθρώπων που αποικίζει και εναντίον των οποίων διαπράττει γενοκτονία. Όμως η ιδέα ότι ένα παλαιστινιακό έθνος-κράτος θα λύσει τα προβλήματα των ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται ως Παλαιστίνιοι, το γεγονός ότι μπορούμε καν να διανοηθούμε κάτι τέτοιο, απλώς καταδεικνύει την έλλειψη ανάλυσης και φαντασίας ως προς το τι είναι η ελευθερία και τι απαιτείται για να υπάρξει ελευθερία. Αρκεί να δούμε τι έχει κάνει η Παλαιστινιακή Αρχή για να βλάψει τους ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ως Παλαιστίνιοι, για να καταλάβουμε τι θα έκανε ένα παλαιστινιακό έθνος-κράτος σε αυτούς τους ίδιους ανθρώπους.
Αποτελεί επίσης κομμάτι αυτού του ευρύτερου ρατσιστικού φαντασιακού το να σε ρωτούν: «Ποια είσαι εσύ, που δεν είσαι Παλαιστίνια, για να εκφέρεις άποψη για το τι πρέπει να γίνει εκεί;» Σου επιτρέπεται μονάχα να υποστηρίζεις τη συγκεκριμένη εθνική εκδοχή της απελευθέρωσης. Συχνά μου λένε να κρατάω το στόμα μου κλειστό όσον αφορά την εναντίωσή μου σε ένα παλαιστινιακό έθνος-κράτος, με το επιχείρημα «ποια είμαι εγώ που θα πω τι θέλει ή δεν θέλει ο παλαιστινιακός λαός;» Φυσικά, πολλοί θα πουν επίσης: «Η πλειοψηφία επιθυμεί ένα εθνικοαπελευθερωτικό κράτος, με ποιο δικαίωμα τους το αρνείσαι εσύ;» Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι πρέπει να είσαι «ίδιος», ότι απαγορεύεται να είσαι «διαφορετικός» από τους ανθρώπους που αγωνίζονται για απελευθέρωση προκειμένου να αρθρώσεις μια σκέψη ή ένα αίτημα –πόσο μάλλον όταν αυτό είναι μη ηγεμονικό– συνιστά μια ξεκάθαρα αντιδραστική μορφή σκέψης που οφείλουμε να πάρουμε στα σοβαρά.
Όταν μια γυναίκα σου λέει: «Είμαι πολύ χαρούμενη που είμαι νοικοκυρά, οικονομικά εξαρτημένη από τον σύζυγό μου» –υποτίθεται ότι πρέπει να πεις, «Ε, τότε, αν λες ότι είσαι χαρούμενη, ας είναι!» Όχι, αντίθετα, πρέπει πάντα να αναλύουμε τους τρόπους με τους οποίους η αυτοαντίληψή μας αντανακλά το σύστημα γνώσης με το οποίο μας έχουν ταΐσει οι κρατούντες. Πρέπει να ρωτάμε πώς μοιάζει πραγματικά το να εξαρτάσαι οικονομικά από τον σύζυγό σου, και πώς αυτό μειώνει την ελευθερία σου. Πρέπει να δίνουμε προσοχή στη διαφορά μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας. Χρειαζόμαστε πολιτική εκπαίδευση που θα μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε αυτή τη διαφορά. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα της αριστεράς αυτή τη στιγμή. Δεν οργανώνουμε τον κόσμο σε ένα κίνημα για την ελευθερία, διότι, πολύ συχνά, υιοθετούμε τις ιδεολογίες των κρατούντων και προσποιούμαστε ότι αυτές είναι οι αρχές της απελευθέρωσης.
Ραλφ Ρούκους: Μου έκανε εντύπωση ότι, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στις ΗΠΑ πριν από μερικά χρόνια, ακτιβιστές μετανάστες διαδήλωναν κρατώντας αμερικανικές σημαίες. Εγώ προέρχομαι από πολιτικούς κύκλους όπου δεν θα κρατούσες ποτέ καμία εθνική σημαία, και εδώ αυτοί εμφανίστηκαν μάλιστα με τη σημαία μιας χώρας με ιμπεριαλιστικό παρελθόν, η οποία βοήθησε να καταστραφούν οι περιοχές καταγωγής τους. Οι σύντροφοι από τις ΗΠΑ εξήγησαν ότι αυτό έχει να κάνει με την αίσθηση του ανήκειν, με τη διεκδίκηση «δικαιωμάτων».
Τώρα έχουμε αυτό το σημαντικό κίνημα υποστήριξης των μεταναστών ενάντια στις επιδρομές των αμερικανικών αρχών μετανάστευσης. Σε ορισμένες διαδηλώσεις, ο κόσμος εμφανίστηκε με σημαίες του Μεξικού. Πρόκειται για μια παρόμοια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, υπάρχει το αίτημα ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι ελεύθεροι να διασχίζουν τα σύνορα ανεξάρτητα από το αν έχουν χαρτιά ή όχι. Και πρέπει να υποστηρίξουμε αυτούς τους ανθρώπους στις προσπάθειές τους να παραμείνουν στις ΗΠΑ και στον αγώνα τους για μια καλύτερη ζωή. Από την άλλη πλευρά, γίνεται σαφής αναφορά σε μια «εθνική» κοινότητα ή σε μια μορφή «εθνικού» ανήκειν, και στο ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν να αποτελούν ένα «χωνευτήρι» όπου άνθρωποι διαφορετικών προσελεύσεων συναντώνται για να σχηματίσουν ένα «έθνος». Ποια είναι η άποψή σου για αυτό και η εμπειρία σου από το εν λόγω κίνημα;
Ναντίτα Σάρμα: Ασφαλώς, οι πολλοί διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι διεκδικούν τα δικαιώματά τους και την αίσθηση του ανήκειν, ή απαιτούν να θεωρηθεί ότι ανήκουν σε ένα συγκεκριμένο «έθνος», εκδηλώνονται μέσω της επίδειξης εθνικών σημαιών. Για μένα, αυτό είναι σημάδι της ηγεμονίας του έθνους-κράτους. Είναι ηγεμονικό όχι μόνο επειδή οι άνθρωποι βλέπουν τον εαυτό τους ως εθνικά υποκείμενα, αλλά και υπό την έννοια ότι παραμένει η πολιτική τάξη πραγμάτων της εποχής μας. Έχει πράγματι μεγάλη σημασία το αν κάποιος είναι πολίτης ή όχι, αν κοινωνικά θεωρούμαστε ότι ανήκουμε κάπου ή ότι δεν ανήκουμε.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο θα έπρεπε να αντιμετωπίζουμε την επίδειξη σημαιών –και τους πολλούς άλλους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι διατρανώνουν την ιδιότητά τους ως μέλη ενός έθνους– ως ένα είδος εκβιασμού που ασκούν τα έθνη-κράτη στους ανθρώπους. Αν δεν κυματίζουμε τη σημαία του όποιου «έθνους», τότε δεν θεωρούμαστε μέλη του έθνους, νομικά ή κοινωνικά, και επομένως, κάθε είδους βία μπορεί να μας πλήξει. Αποτελεί ευθύνη της αριστεράς όχι μόνο να απορρίψει μια τέτοια οπτική, αλλά να προσφέρει έναν διαφορετικό τρόπο ύπαρξης στον κόσμο.
Δεν το επικροτώ, ούτε συμφωνώ. Κατανοώ όμως την πίεση που ασκείται στους ανθρώπους να χρησιμοποιήσουν τη ρητορική είτε του εθνικού ανήκειν είτε του «χωνευτηρίου», στην προσπάθειά τους να νιώσουν ότι «ανήκουν» κάπου ή να διεκδικήσουν κάποιου είδους «δικαίωμα». Αυτή είναι η δομή του σημερινού κόσμου: έχουμε «δικαιώματα» μόνο στον βαθμό που τα έθνη-κράτη είναι διατεθειμένα να μας τα αναγνωρίσουν – και είναι πολύ πιο πρόθυμα να το κάνουν για τους «πολίτες» παρά για τους «μη-πολίτες». Όμως, η κατανόηση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειαζόμαστε μια πραγματική διέξοδο, και αποτελεί πολιτικό καθήκον της αριστεράς να την προσφέρει. Είναι αλήθεια αναγκαίο να υποχρεώνουμε κάθε νέα γενιά ανθρώπων να αποδεικνύει στους υπόλοιπους από εμάς ότι ανήκει κάπου, με βάση τα κούφια κριτήρια του εθνικισμού, υπό την απειλή τεράστιας βίας σε περίπτωση που δεν τα καταφέρει; Πώς μπορεί να γίνει ανεκτό κάτι τέτοιο;
Ραλφ Ρούκους: Τη δεκαετία του 1970, ήταν ξεκάθαρο πως σε χώρες όπως η Ιταλία ή η Γερμανία, οι πιο πρωτοπόροι και προοδευτικοί αγώνες ήταν εκείνοι των μεταναστών εργατών. Οι αγώνες αυτοί έπρεπε να αποκρούσουν τις επιθέσεις του κεφαλαίου, του κράτους, των εγχώριων συνδικάτων και των οπαδών της λευκής υπεροχής. Επικράτησαν με την έννοια ότι οι μετανάστες επέβαλαν την παρουσία τους σε αυτές τις κοινωνίες, παρά τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις και αντιφάσεις. Πρόκειται για μια εν εξελίξει διαδικασία, διότι η αντιμεταναστευτική ρητορική και οι νέοι περιορισμοί δεν αναιρούν το γεγονός ότι όλες οι κοινωνίες του καπιταλιστικού κέντρου εξαρτώνται από τη μεταναστευτική εργασία. Αυτό σημαίνει, επίσης, ότι οι αγώνες των μεταναστών εργατών θα συνεχίσουν, κατά πάσα πιθανότητα, να βρίσκονται στον πυρήνα κάθε προσπάθειας για κοινωνική αλλαγή.
Πιστεύω ότι η αριστερά έχει ρόλο να παίξει σε όλο αυτό, αλλά εκείνο που δίνει τον ρυθμό και τον τόνο είναι οι κοινωνικοί αγώνες – και ειδικότερα οι αγώνες των μεταναστών εργατών. Σε αυτό το πλαίσιο, η αριστερά θα μπορούσε ενδεχομένως να λειτουργήσει ως καταλύτης, διευκολύνοντας νέους αγώνες. Ωστόσο, ο αριστερός εθνικισμός –ή οι επικλήσεις στην εθνική αυτοδιάθεση– θα υπονομεύσουν αντί να βελτιώσουν την ικανότητα των κινημάτων της εργατικής τάξης να καταργήσουν τα εθνικά σύνορα και τον καπιταλισμό.
Ναντίτα Σάρμα: Ναι, αναμφίβολα θεωρώ τους ανθρώπους που κατηγοριοποιούνται ως «μετανάστες» –και ιδίως αυτούς χωρίς χαρτιά– ως αναπόσπαστο κομμάτι των αριστερών κινημάτων. Παρόλα αυτά, μια μερίδα της αριστεράς αρνείται να τους αναγνωρίσει ως συνοδοιπόρους. Μια φίλη μου, η Μπρίτζετ Άντερσον, λέει συχνά ότι ένας από τους μύθους που καλλιεργεί ο εθνικισμός είναι πως «ό,τι είναι κακό για τους μετανάστες, είναι καλό για τους πολίτες». Αυτό που γίνεται πασιφανές όταν παρατηρείς τους αγώνες των «μεταναστών», είναι ότι, αν κατάφερναν να βγουν νικητές στις μάχες που δίνουν, η θέση όλων μας θα βελτιωνόταν αισθητά.
Ιστορικά, τμήματα της εργατικής τάξης υιοθέτησαν ρατσιστικές στρατηγικές, τασσόμενα υπέρ της απαγόρευσης εισόδου των μεταναστών ή υπέρ των απελάσεων. Εντέλει, ωστόσο, αυτό λειτούργησε εις βάρος τους. Αυτού του είδους η πολεμική το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει την εργασία των «μεταναστών» ακόμη πιο φθηνή, ενώ παράλληλα αποδυνάμωσε πολιτικά το σύνολο της εργατικής τάξης και την ικανότητά της να κερδίζει αγώνες.
Υπάρχει ένας καλύτερος δρόμος. Ορισμένες ομάδες, όπως οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου, έδωσαν πράγματι μάχες ενάντια στις ρατσιστικές και εθνικιστικές διαιρέσεις που ανεγέρθηκαν μεταξύ των εργαζομένων, επιμένοντας ότι, ακόμη και από μια ψυχρά ρεαλιστική οπτική, εξακολουθεί να έχει νόημα η απόρριψη των διαχωρισμών μεταξύ των εργαζομένων που επιβάλλονται από το κεφάλαιο και το κράτος. Εάν δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το φύλο ή τον ρατσισμό ή την ιθαγένεια για να δημιουργήσουν ανισότητες στις θέσεις εργασίας, τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας, η συλλογική μας ικανότητα να πολεμήσουμε το κεφάλαιο και τα κράτη θα ήταν πολύ ισχυρότερη. Οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου και κάποιοι άλλοι χρησιμοποίησαν το κλασικό επιχείρημα που λέει ότι: αν αρνηθούμε να αποδεχτούμε τη διαίρεσή μας, θα βγούμε όλοι κερδισμένοι. Ο εθνικισμός λειτουργεί αποτρέποντάς μας συνεχώς από αυτή τη συνειδητοποίηση. Περί αυτού πρόκειται, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον ρατσισμό και τον σεξισμό.
Ραλφ Ρούκους: Σε ευχαριστώ πολύ για αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.
[1] Cihan Aksan, «What Is the Left Case for Open Borders?», Krytyka Polityczna, 13 Φεβρουαρίου 2019.
[2] Benedict Anderson, Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. Revised Edition, Verso, 2006.
[3] Radhika Mongia, Indian Migration and Empire. A Colonial Genealogy of the Modern State, Duke University Press, 2018.
[4] Folker Fröbel, Jürgen Heinrichs και Otto Kreye, The New International Division of Labour: Structural Unemployment in Industrialised Countries and Industrialisation in Developing Countries, Cambridge University Press, 1980
[5] Nandita Sharma, «No Borders: Demands for Freedom of Movement in an Age of Nation-State», στο Border Abolitionism: Migrant Struggles and the Law, επιμ. Nicholas De Genova και Daniel Morales, Duke University Press, 2026.